27-10-2015
Smartphones: Όπλο στη μάχη με την ατμοσφαιρική ρύπανση

photo

Οι άνθρωποι μπορεί σύντομα να χρησιμοποιούν τα smartphones τους για την καταπολέμηση μιας θανατηφόρας μορφής ρύπανσης του αέρα, χάρη σε μια δυνητικά σωτήρια ανακάλυψη.

 

Οι ερευνητές, στο Πανεπιστήμιο RMIT της Μελβούρνης, έχουν αναπτύξει την πρώτη αξιόπιστη και χαμηλού κόστους μέθοδο για την ανίχνευση του διοξειδίου του αζώτου (NO2), ενός σημαντικού ατμοσφαιρικού ρύπου που συμβάλλει σε πάνω από επτά εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως κάθε χρόνο, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ). Ειδικότερα, το συγκεκριμένο αέριο αυξάνει τον κίνδυνο αναπνευστικών διαταραχών στα παιδιά και μπορεί να επηρεάσει σοβαρά τους ηλικιωμένους.

 

Σύμφωνα με τον επικεφαλής του προγράμματος, καθηγητή Kourosh Kalantar-Zadeh, από το Κέντρο Προηγμένων Ηλεκτρονικών και Αισθητήρων του RMIT, η αρνητική επίδραση του διοξειδίου του αζώτου θα μπορούσε να προληφθεί με την πρόσβαση σε εξατομικευμένα, εξαιρετικά επιλεκτικά, ευαίσθητα και αξιόπιστα συστήματα παρακολούθησης που θα μπορούσαν να ανιχνεύσουν τα βλαβερά επίπεδα του αερίου νωρίς.

 

«Η επαναστατική μέθοδος που έχουμε αναπτύξει είναι ένα σπουδαίο ξεκίνημα για τη δημιουργία ενός , χαμηλού κόστους, εξατομικευμένου αισθητήρα NO2 χειρός, που μπορεί ακόμα και να ενσωματωθεί σε smartphones», δήλωσε ο Kalantar-Zadeh.

 

«Όχι μόνο θα βελτιώσει την ποιότητα της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων, αλλά θα βοηθήσει επίσης να αποφευχθεί η ασθένεια που προκαλείται από δηλητηρίαση από διοξείδιο του αζώτου και, ενδεχομένως, ακόμη και ο θάνατος».

 

Οι βασικοί συντελεστές του διοξειδίου του αζώτου είναι η καύση των ορυκτών καυσίμων, ιδιαίτερα σε σταθμούς παραγωγής ενέργειας με καύση άνθρακα και κινητήρες ντίζελ (όπως στο πρόσφατο σκάνδαλο εκπομπών της Volkswagen), η οποία μπορεί να επηρεάσει την υγεία των ανθρώπων σε αστικές περιοχές.

 

«Η έλλειψη πρόσβασης του κοινού σε αποτελεσματικά εργαλεία παρακολούθησης είναι ένα σημαντικό εμπόδιο για τον περιορισμό των επιπτώσεων του αερίου αυτού, αλλά τα σημερινά συστήματα ανίχνευσης είναι είτε πολύ ακριβά ή αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στη διάκρισή του από άλλα αέρια», δήλωσε ο Kalantar-Zadeh.

 

Η σχετική ερευνητική εργασία στο περιοδικό ACS Nano.