27-01-2016
2016: Ευοίωνες οι προβλέψεις για τους θανάτους από λευχαιμία (και άλλους καρκίνους), στην Ευρώπη

photo

Τα ποσοστά θνησιμότητας από λευχαιμία, μεταξύ των ανθρώπων όλων των ηλικιών στην Ευρώπη, θα παρουσιάσουν μείωση, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις για τους θανάτους από καρκίνο, κατά το 2016.  Ενθαρρυντικές είναι οι προβλέψεις για τις περισσότερες μορφές καρκίνου.

Νέα μελέτη δείχνει ότι αναμένεται σημαντική πτώση στα ποσοστά θνησιμότητας από λευχαιμία στην Ευρώπη, κατά το τρέχον έτος. Η μείωση θα είναι μεγαλύτερη στα παιδιά και τους νεαρούς ενήλικες και των δύο φύλων. Μεταξύ των ετών 2009 και 2016 τα ποσοστά θανάτων από λευχαιμία σε παιδιά ηλικίας 0-14 ετών θα μειωθούν κατά 38% στα αγόρια και κατά 20% στα κορίτσια, και κατά 26% και 22% σε νεαρούς άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 15-44 ετών, αντίστοιχα. Μεταξύ των ανδρών και των γυναικών ηλικίας 45-69 ετών αναμένεται μείωση κατά 19%.

Οι συγγραφείς αποδίδουν την βελτίωση της επιβίωσης από λευχαιμία στις συνδυαστικές χημειοθεραπείες, τις  ανοσοθεραπείες, τις μεταμοσχεύσεις βλαστικών κυττάρων, την ακτινοθεραπεία και τις θεραπείες που έχουν λιγότερο τοξικές παρενέργειες. Ωστόσο, ορισμένες λευχαιμίες εξακολουθούν να «αντιστέκονται» στην επιτυχή θεραπεία, ιδιαίτερα εκείνες που είναι πιο συχνές στους ενήλικες και τους ηλικιωμένους.

Συγκεκριμένα, η οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία είναι πιο συχνή σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες και έχει ποσοστό πενταετούς επιβίωσης πάνω από 90%. Οι μεταμοσχεύσεις βλαστικών κυττάρων και οι νέες χημειοθεραπευτικές επιλογές έχουν βελτιώσει την επιβίωση στην οξεία μυελογενή λευχαιμία, η οποία είναι σχετικά κοινή σε ενήλικες και ηλικιωμένους. Εντούτοις, η χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (CLL), η οποία είναι πιο συχνή σε ηλικιωμένους, είναι δύσκολο να θεραπευτεί, ενώ στην χρόνια μυελογενή λευχαιμία έχει επιτευχθεί μακροχρόνια επιβίωση, λόγω της εισαγωγής στη θεραπεία των αναστολέων κινάσης  τυροσίνης (φάρμακα που μπλοκάρουν τα σήματα που προωθούν την ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων).

Η μελέτη

Η μελέτη, η οποία διεξήχθη από ερευνητές στην Ιταλία, την Ελβετία και τις ΗΠΑ εξέτασε τα συνολικά ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο στα 28 κράτη μέλη της ΕΕ, αλλά και στις έξι μεγαλύτερες χώρες - Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Πολωνία, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπλέον, εξέτασε, τα ποσοστά θνησιμότητας, μεμονωμένα, για τον καρκίνο του στομάχου, τω ν εντέρων, του  παγκρέατος, του πνεύμονα, του προστάτη, του μαστού, της μήτρας (συμπεριλαμβανομένου του τραχήλου της μήτρας)καθώς και για τις λευχαιμίες, σε άνδρες και γυναίκες. Αυτή είναι η έκτη συνεχόμενη χρονιά που οι ερευνητές δημοσιεύουν τις προβλέψεις τους και υπάρχουν ενθαρρυντικά πτωτικές τάσεις στους θανάτους από τις περισσότερες μορφές καρκίνου, παρόλο που τα κρούσματα παρουσιάζουν αυξητική τάση.

Άλλες μορφές καρκίνου

Από το 2011 έχει σημειωθεί μια πτώση στα συνολικά ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο στην ΕΕ, η οποία αγγίζει το 8% στους άνδρες και το 3% στις γυναίκες. Το 2016 το προβλεπόμενο τυποποιημένο ποσοστό θνησιμότητας στους άνδρες θα είναι 133,5 ανά 100.000 πληθυσμού και στις γυναίκες 85,2 ανά 100.000. Δεδομένου ότι ο αριθμός των ηλικιωμένων στην Ευρώπη αυξάνεται, ο ακριβής αριθμός των θανάτων αναμένεται να αυξηθεί από 734.259 το 2011, σε 753.600 στους άνδρες το 2016, και από 580.528 σε  605.900 στις γυναίκες. Αυτό σημαίνει ότι προβλέπονται συνολικά περίπου 1.359.500 θάνατοι από καρκίνο για το 2016.

Στους άνδρες, τα ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο του πνεύμονα, του παχέος εντέρου και του προστάτη προβλέπεται ότι θα μειωθούν κατά 11%, 5% και 8% αντίστοιχα, από το 2011. Στις γυναίκες, τα ποσοστά θανάτου από καρκίνο μαστού και του παχέος εντέρου θα μειωθούν κατά 8% και 7%, αντίστοιχα. Ωστόσο, η θνησιμότητα από καρκίνο του πνεύμονα και του παγκρέατος θα αυξηθεί κατά 5% και 4%, αντίστοιχα, κατά το τρέχον έτος. Συγκεκριμένα, τα ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο του πνεύμονα στην Ευρώπη θα είναι 14,4 ανά 100.000 γυναίκες (σε σύγκριση με 13,51 το 2011) και 5,6 ανά 100.000 για τον καρκίνο του παγκρέατος (σε σύγκριση με 5,39 το 2011). Σύμφωνα με τους ερευνητές, ωστόσο, η εικόνα μπορεί να αλλάζει από χώρα σε χώρα.

Τα στοιχεία δημοσιεύτηκαν στην επιθεώρηση Annals of Oncology.