15-09-2017
Ο θηλασμός σώζει ζωές (και χρήματα)

photo

Ο θηλασμός μπορεί να σώσει ζωές παιδιών και γυναικών και να εξοικονομήσει χρήματα στα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης, υποστηρίζουν ερευνητές. Παρόλα αυτά τα ποσοστά των γυναικών που θηλάζουν παραμένουν χαμηλά.

Αν σχεδόν όλες οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο θήλαζαν τα παιδιά τους, θα υπήρχαν περίπου 800.000 λιγότεροι θάνατοι παιδιών και 20.000 λιγότεροι θάνατοι από καρκίνο του μαστού το χρόνο, αναφέρουν ερευνητές σε σχετική δημοσίευσή τους στην επιθεώρηση The Lancet.

Η μείωση αυτή των θανάτων στα παιδιά είναι ισοδύναμη με το 13 % όλων των θανάτων σε παιδιά μικρότερα των 2 ετών, επισημαίνουν οι επιστήμονες.

Σύμφωνα με τον Cesar Victora, από το Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο την Πελότας, στη Βραζιλία, ο θηλασμός σώζει ζωές και χρήμα σε όλες τις χώρες, πλούσιες και φτωχές. Ως εκ τούτου, η σημασία της αντιμετώπισης του ζητήματος σε παγκόσμιο επίπεδο είναι μεγαλύτερη από ποτέ.

Όπως υποστηρίζουν οι ερευνητές, μόνο ένα στα πέντε παιδιά στις χώρες υψηλού εισοδήματος θηλάζουν για 12 μήνες και μόνο ένα στα τρία παιδιά θηλάζουν αποκλειστικά για τους πρώτους 6 μήνες, σε χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος χώρες.

Αυτό σημαίνει ότι εκατομμύρια παιδιών και γυναικών δεν λαμβάνουν πλήρως τα οφέλη που προσφέρονται από το θηλασμό, τα οποία έχουν αποδειχθεί τόσο για τα παιδιά και όσο και για τις μητέρες τους.

Τα αποδεδειγμένα οφέλη

Σε μια λεπτομερή παγκόσμια ανάλυση, οι ερευνητές εντόπισαν μια σειρά από οφέλη του θηλασμού. Για παράδειγμα, μειώνει τον κίνδυνο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου σε χώρες υψηλού εισοδήματος, κατά περισσότερο από το ένα τρίτο.

Η μελέτη διαπίστωσε, επίσης, ότι ο θηλασμός θα μπορούσε να αποτρέψει  περίπου το ήμισυ του συνόλου των περιπτώσεων διάρροιας και το ένα τρίτο των λοιμώξεων του αναπνευστικού, σε χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος χώρες.

Ο θηλασμός φέρεται να ενισχύει και τη νοημοσύνη των παιδιών και μπορεί να τα προστατεύσει από την παχυσαρκία και το διαβήτη αργότερα στη ζωή, ενώ μεταξύ των γυναικών, ο  μακροχρόνιος θηλασμός μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών.

Όσον αφορά στο οικονομικό κόστος, οι επιστήμονες εκτίμησαν ότι η αύξηση των ποσοστών θηλασμού σε βρέφη μικρότερα των 6 μηνών έως 90 %, στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και τη Βραζιλία και έως 45 %  στο Ηνωμένο Βασίλειο, θα μείωνε το κόστος διαχείρισης των κοινών ασθενειών της παιδικής ηλικίας -όπως  πνευμονία, διάρροια και άσθμα. Αυτό θα μπορούσε να εξοικονομήσει στα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης περίπου  2,5 δις δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες, 29.500.000 δολάρια, στο Ηνωμένο Βασίλειο,  224 εκατομμύρια δολάρια στην Κίνα και 6.000.000 δολάρια στη Βραζιλία, σύμφωνα με τη μελέτη.

Τα χαμηλά ποσοστά

Όπως έδειξαν τα ευρήματα της μελέτης, παρά τα πολλά οφέλη του θηλασμού, τα ποσοστά είναι χαμηλά, ιδίως στις χώρες υψηλού εισοδήματος.

«Ο θηλασμός είναι μια από τις λίγες θετικές -σχετικά με την υγεία- συμπεριφορές  που είναι πιο συχνή στις φτωχές από ό,τι στις πλουσιότερες χώρες και μέσα στις φτωχές χώρες, είναι πιο συχνή μεταξύ των φτωχών μητέρων,» εξήγησε ο Victora.

Τα χαμηλά  ποσοστά θηλασμού αποδίδονται από τους επιστήμονες στην φτωχή προώθηση και υποστήριξη του μητρικού θηλασμού καθώς και στο «επιθετικό» μάρκετινγκ και την αύξηση των πωλήσεων των παρασκευασμάτων για βρέφη.

«Υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη παρανόηση ότι το μητρικό γάλα μπορεί να αντικατασταθεί με τεχνητά προϊόντα χωρίς επιζήμιες συνέπειες», δήλωσε ο Victora.

Σύμφωνα με τον ίδιο, τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στη μελέτη τους, στην οποία συνεισέφεραν μερικοί από τους κορυφαίους ειδικούς στον τομέα, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι η απόφαση των γυναικών να μην θηλάζουν έχει σημαντικές μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες στην την υγεία, τη διατροφή και την ανάπτυξη των παιδιών αλλά και στη δική τους υγεία.