Οι επιπτώσεις του θορύβου στην υγεία

Η θορυβογενής βαρηκοΐα, θεωρείται από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας ως η πιο διαδεδομένη επαγγελματική ασθένεια. Οφείλεται στη συνεχή έκθεση του εργαζόμενου σε υψηλά επίπεδα θορύβου. Η έκθεση σε θόρυβο προκαλεί στο όργανο της ακοής λειτουργικές αλλοιώσεις προσωρινού ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για ακουστική κόπωση, ενώ στη δεύτερη για επαγγελματική βαρηκοΐα από χρόνιο ακουστικό τραύμα ή θορυβογενή βαρηκοΐα.

ΠΗΓΗ: Ελληνικό Ινστιτούτο Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία

Η ακουστική κόπωση είναι η μείωση της ακουστικής οξύτητας (ιδιαίτερα στο φάσμα των υψηλών συχνοτήτων 3000 – 4000 Hz), η οποία όμως έχει παροδικό χαρακτήρα και παρατηρείται συνήθως μετά από συμπτωματική, μικρής διάρκειας, ή αρχική έκθεση στον θόρυβο και εξαρτάται από την ένταση του θορύβου. Ωστόσο, η βλάβη αυτή γίνεται μόνιμη μετά την παρατεταμένη (χρόνια) έκθεση σε επίπεδα θορύβου που υπερβαίνουν τα 80 dB (A) ή σε ξαφνική έκθεση σε παρά πολύ υψηλά επίπεδα θορύβου που υπερβαίνουν τα 120 dB.

Η επαγγελματική βαρηκοΐα χαρακτηρίζεται ως μία αμφοτερόπλευρη βαρηκοΐα αντιλήψεως (νευροαισθητηριακή), που προκαλείται από εκφυλιστικές και ατροφικές μεταβολές στο όργανο του Corti και το ακουστικό νεύρο. Αναπτύσσεται αργά, με βαθμιαία επιδείνωση. Αυτό οφείλεται κύρια στην ιδιάζουσα μορφή της μείωσης της ακουστικής οξύτητας, που αρχικά αφορά το φάσμα των υψηλών συχνοτήτων (3000-6000 Hz), με μία χαρακτηριστική εκλεκτική ακοομετρική πτώση στα 4000 Hz.

Η εξέλιξη της επαγγελματικής βαρηκοΐας μπορεί να ταξινομηθεί σε 4 βασικά στάδια ή περιόδους:

  •  Αρχική περίοδος: συμπίπτει με τις πρώτες 10-20 μέρες επαγγελματικής έκθεσης σε θόρυβο. Ο εργαζόμενος μετά το τέλος της βάρδιας υποφέρει συχνά από εμβοές που συνοδεύονται από ιλίγγους και σωματική κόπωση. Στο ακοογράφημα εμφανίζεται μία αμφοτερόπλευρη μικρή πτώση της ακουστικής οξύτητας στη συχνότητα των 4000 Hz, η οποία θεωρείται αναστρέψιμη με την παύση της επαγγελματικής έκθεσης σε θόρυβο.
    •    Ακοομετρική περίοδος: Εμφανίζεται μετά από 30-40 μήνες επαγγελματικής έκθεσης και η βαρηκοΐα ή καλύτερα η μειωμένη ακουστική ικανότητα γίνεται αντιληπτή μόνο με την ακοομετρική εξέταση που δείχνει μια πτώση της τάξης των 20-30 dB στα 4000 Hz.
    •    Περίοδος της εμφάνισης: ο εργαζόμενος αρχίζει να αντιλαμβάνεται μια μείωση της ακοής του και το ακοογράφημα εμφανίζει μια πτώση 35-40 dB που καλύπτει το φάσμα των 1000-4000 Hz.
    •    Περίοδος της αναπηρίας ή του μόνιμου ακουστικού τραύματος: το ακοογράφημα εμφανίζει μια πτώση άνω των 30 dB στο φάσμα των 500-1000 Hz και μια πτώση που ξεπερνά τα 70-80 dB στο φάσμα των 2000-4000 Hz. Οι επιπτώσεις αυτής της αναπηρίας δεν αφορούν μόνο την επαγγελματική ζωή, αλλά και την κοινωνική ζωή του εργαζόμενου, γιατί επηρεάζουν την ακουστική ιδιωτικότητα του ατόμου.

Η πρόληψη των επαγγελματικών ωτοπαθειών βασίζεται κύρια στην άμεση διάγνωσή τους δια μέσου του επαγγελματικού ιστορικού και της ακοομετρικής εξέτασης που ολοκληρώνει τον ιατρικό κλινικό ωτολογικό έλεγχο. Η ακοομετρική εξέταση θα πρέπει να εκτελείται από, ή υπό την ευθύνη Ειδικού Ιατρού Εργασίας σε τακτά χρονικά διαστήματα και σε συνθήκες ακουστικής ανάπαυσης, δηλαδή τουλάχιστον 14 ώρες μετά το τέλος της έκθεσης και συνίσταται στον προσδιορισμό στάθμης της «μόνιμης ακουστικής πτώσης». Μπορεί να πραγματοποιηθεί επίσης και σε συνθήκες ακουστικής κόπωσης, δηλαδή μετά 30 min από το τέλος της έκθεσης ή τουλάχιστον 2 ώρες μετά από την είσοδο στο θορυβώδες εργασιακό περιβάλλον και συνίσταται στον προσδιορισμό στάθμης της «πρόσκαιρης» (ακουστικής κόπωσης) καθώς και της «μόνιμης ακουστικής πτώσης» (επαγγελματικής βαρηκοΐας).

Επιπτώσεις των βλαβών στο ακουστικό σύστημα

Οι επιπτώσεις των βλαβών στην αίσθηση της ακοής περιλαμβάνουν:

  •  Την ανύψωση του ακουστικού κατωφλίου 
    Η ανύψωση του ακουστικού κατωφλίου συνεπάγεται απώλεια της ευαισθησίας στους ήχους συγκεκριμένων συχνοτήτων. Υπάρχουν διάφοροι τύποι απώλειας ακοής. Ωστόσο, η πλέον συνηθισμένη είναι αυτή που προκύπτει ως αποτέλεσμα της έκθεσης σε βιομηχανικό θόρυβο και επηρεάζει το εύρος συχνοτήτων 2 – 6 kHz.
  •  Την άνοδο του ορίου ευαισθησίας στην ένταση 
    Η ανύψωση του κατωφλίου της ακοής προκαλεί αντικανονική αύξηση της αίσθησης της έντασης του ήχου. Ένα άτομο με φυσιολογική ακοή αντιλαμβάνεται την ένταση μέσα από μεγάλο εύρος τιμών στάθμης ήχου (90 dB). Ο ήχος είναι μετά βίας αισθητός στα 10 dB SPL, ενώ είναι δυσάρεστα δυνατός στα 100 dB SPL. Για απώλεια ακοής 50 dB, το εύρος αυτό μειώνεται στα περίπου 40 dB. Σε μια τέτοια περίπτωση, ήχος 60 dB SPL είναι μετά βίας αισθητός, αλλά εξακολουθεί να είναι δυσάρεστα δυνατός στα 100 dB SPL, όπως στην περίπτωση της φυσιολογικής ακοής.
  •  Μείωση της επιλεκτικότητας ως προς τις συχνότητες 
    Η απώλεια ακοής μπορεί να προκαλέσει μείωση της επιλεκτικότητας ως προς τις συχνότητες – δηλαδή της ικανότητας να διακρίνει κανείς ήχους διαφόρων συχνοτήτων. Το φυσιολογικό αυτί λειτουργεί σαν ένας καλά συντονισμένος δέκτης ήχων διαφορετικών συχνοτήτων. Η απώλεια της επιλεκτικότητας ως προς τις συχνότητες σημαίνει ότι ήχοι ή μέρη ήχων σε διαφορετικές συχνότητες αναμειγνύονται μεταξύ τους. Οι ήχοι συγκαλύπτουν ο ένας τον άλλο ακόμη και όταν οι συχνότητές τους είναι πολύ διαφορετικές.
  •  Δυσκολία παρακολούθησης διακυμάνσεων του ήχου που συνδέονται με τον χρόνο. 
    Ο ήχος, και ειδικά εκείνος που παράγεται κατά την εκφορά του λόγου, είναι δυναμικός, δηλαδή η στάθμη του μεταβάλλεται συνεχώς στον χρόνο. Η απώλεια της ακοής συνδέεται με τη διαταραχή της ικανότητας παρακολούθησης των διακυμάνσεων του ήχου που συνδέονται με τον χρόνο. Κατά συνέπεια, η αντίληψη του ήχου εξασθεί.
  •  Δυσκολία εντοπισμού της ηχητικής πηγής 
    Η μείωση της επιλεκτικότητας ως προς τις συχνότητες, οι δυσκολίες στην παρακολούθηση των διακυμάνσεων του ήχου, που συνδέονται με τον χρόνο και η αύξηση της συγκάλυψης καθιστούν δύσκολη την ανίχνευση, τον προσδιορισμό και τον εντοπισμό των ηχητικών πηγών.
  •  Βουητό των αυτιών (εμβοή) 
    Οι άνθρωποι με προβλήματα ακοής μπορεί να αισθάνονται ένα βουητό στα αυτιά τους (εμβοή). Η πάθηση αυτή είναι αποτέλεσμα εντοπισμένης βλάβης στον έσω ους, η οποία και επηρεάζει τη δραστηριότητα του ακουστικού νεύρου. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί ο πάσχων να ακούει ήχους, ενώ κανένας ήχος δεν φτάνει πραγματικά στα αυτιά του. Η εμβοή λαμβάνει τη μορφή ήχων και τόνων σε μεσαίες ή υψηλές συχνότητες.

Αλληλεπίδραση με ωτοτοξικές χημικές ουσίες
Οι εργαζόμενοι που εκτίθενται σε ορισμένες χημικές ουσίες και παράλληλα σε δυνατό θόρυβο φαίνεται ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν προβλήματα ακοής σε σχέση με εκείνους που εκτίθενται είτε σε θόρυβο είτε σε επικίνδυνες ουσίες ξεχωριστά. Τα χημικά, οι διαλύτες και τα φάρμακα που προκαλούν προσωρινή ή μόνιμη ακουστική βλάβη ονομάζονται ωτοτοξίνες. Οι περισσότεροι ωτοτοξικοί βιομηχανικοί διαλύτες εισπνέονται ή απορροφώνται μέσω του δέρματος για να φτάσουν στο αυτί μέσω του αίματος. Η βλάβη στην ακοή εκδηλώνεται ως αποτέλεσμα της καταστροφής των τριχοειδών κυττάρων (ειδικά των έξω τριχοειδών κυττάρων) ή των νευρωνικών διαδρομών που συνδέονται με την ακοή. Τα χημικά και οι διαλύτες που είναι σήμερα γνωστό ότι έχουν συνέργεια σε βλάβες της ακοής είναι το τριχλωραιθυλένιο, το ξυλένιο, το στυρένιο, το τολουόλιο, το εξάνιο και ο διθειάνθρακας. Βλάβες στον έσω ους προκαλούνται επίσης από το μονοξείδιο του άνθρακα, το οποίο προκαλεί στο σώμα γενική υποξία.

Εξωακουστικές επιπτώσεις του θορύβου 
Πολλές ανεπιθύμητες ενέργειες του θορύβου μπορούν να εμφανίζονται ακόμη και σε επίπεδα θορύβου και έκθεσης που δεν θεωρούνται επικίνδυνα για το αυτί. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι ακόλουθες:
•    Παρεμβολή στη λεκτική επικοινωνία (παρανοήσεις που οδηγούν σε λανθασμένες αποφάσεις).
•    Παρεμβολή στην εκτέλεση της εργασίας (μείωση της απόδοσης).
•    Όχληση.
•    Άγχος.
•    Δυσκολία στην αντίληψη και την αναγνώριση του κινδύνου και των προειδοποιητικών σημάτων.
•    Υποβάθμιση της ποιότητας του ύπνου. 

Οι άνθρωποι μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ως προς τον βαθμό της όχλησης που υφίστανται. Η όχληση εξαρτάται από τη στάθμη και τη διάρκεια των μεμονωμένων συμβάντων θορύβου, καθώς και του πόσο διαλείποντες μπορεί να είναι ή σε ποια συχνότητα εκδηλώνονται. Η εκδήλωση εκνευρισμού ή στρες μπορεί να διαφέρει από άτομο σε άτομο ανάλογα με την κατάσταση του καθενός. Η όχληση, ο εκνευρισμός και το στρες δεν μπορούν να μετρηθούν και να συνδεθούν με την υπέρβαση συγκεκριμένων επιπέδων θορύβου.
Οι μη ακουστικές επιδράσεις του θορύβου ενδέχεται να περιλαμβάνουν επίσης ψυχολογικές αλλαγές όπως αύξηση της καρδιακής συχνότητας, αύξηση της αρτηριακής πίεσης, στένωση των αιμοφόρων αγγείων (αγγειοσυστολή), διαστολή της κόρης του ματιού και έκκριση αδρεναλίνης. Ειδικότερα ο θόρυβος επιδρά αρνητικά:

Στο καρδιαγγειακό σύστημα
Ο θόρυβος προκαλεί περιφερειακή αγγειοσύσπαση, σύσπαση δηλαδή των μικρών αγγείων, με αποτέλεσμα την ελάττωση της ροής του αίματος σε ορισμένα όργανα και ιστούς. Προκαλεί επίσης μεταβολές στην αρτηριακή πίεση και στις καρδιακές σφίξεις. Έχει διαπιστωθεί αύξηση της διαστολικής πίεσης και του αριθμού των καρδιακών σφίξεων σε εργαζομένους εκτιθέμενους σε θόρυβο. Ο θόρυβος ενοχοποιείται επίσης, για την αύξηση των αιματικών συγκεντρώσεων της χοληστερίνης και τη δημιουργία αθηρωματικών πλακών στις αρτηρίες, αλλοιώσεις οι οποίες δεν υποχωρούν με την παύση της εργασιακής έκθεσης σε θόρυβο.

Στο νευρικό σύστημα 
Τα υψηλά επίπεδα θορύβου δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα προκαλώντας αλλοιώσεις στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα με τη μορφή κυμάτων πεπλατυσμένου ρυθμού, ενώ ο μη συνεχής θόρυβος έντασης >75 dΒ(Α) προκαλεί αλλαγή του ρυθμού και της συχνότητας του ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος. Επίσης η έκθεση σε θόρυβο επηρεάζει αρνητικά τα διάφορα στάδια του ύπνου, προκαλώντας διαταραχές στη σωματική και νοητική ανάπαυση του ατόμου.

Στην ψυχική διάθεση
Ο θόρυβος επιδρά στην ψυχική διάθεση και επηρεάζει την κοινωνικότητα και την ευαισθησία. Προκαλεί επίσης ψυχοκινητικές διαταραχές, όπως επιβράδυνση του χρόνου αντίδρασης, περιορίζοντας σημαντικά την ικανότητα του εργαζόμενου να αντιδρά σωστά στα εξωτερικά ερεθίσματα ή να παρακολουθεί σύνθετες διαδικασίες, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εκείνες οι προϋποθέσεις που οδηγούν στα εργατικά ατυχήματα.

Στο σύστημα αναπαραγωγής και στους ενδοκρινείς αδένες 
Ο θόρυβος προκαλεί ελάττωση της ροής του αίματος στον πλακούντα και, κατά συνέπεια, ενοχοποιείται για τους πρόωρους τοκετούς και τις αποβολές εμβρύων που έχουν παρατηρηθεί σε έγκυες εκτιθέμενες σε θόρυβο εργαζόμενες. Η παρατεταμένη έκθεση σε θόρυβο προκαλεί διέγερση των ενδοκρινών αδένων, αύξηση του βασικού μεταβολισμού, υπερλειτουργία της υπόφυσης με υπερέκκριση ΑCΤΗ, των επινεφριδίων, σιελόρροια, αύξηση της ενδοκρανιακής πίεσης και αλλαγή του ρυθμού των περισταλτικών κινήσεων του εντέρου. Επίσης έχουν παρατηρηθεί διαταραχές της εμμηνορρυσίας, της γαλουχίας, του libido και της γονιμότητας.

Τέλος, τα επίπεδα του θορύβου ενδέχεται να επιδρούν αρνητικά στην ασφάλεια αφού μπορούν να παρεμβάλλονται σε σήματα προειδοποίησης. Ο θόρυβος σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να καλύπτει σήματα κινδύνου ή να εμποδίζει την κατανόηση πληροφοριών που προέρχονται από συναδέλφους ή μεγάφωνα.

spot_imgspot_img

Σχετικά Άρθρα

Σχετικά Άρθρα

Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της...

Δυσκολίες για τους μεταμοσχευμένους ασθενείς

Αγκάθι στην περίθαλψη και των μεταμοσχευμένων ασθενών, παραμένει το υψηλό κόστος της μετακίνησης και διαμονής τους στην πρωτεύουσα, για λόγους με αφορμή την Ευρωπαϊκή Εβδομάδα για την Κυστική Ίνωση

26 Νοεμβρίου – Ημέρα Ευαισθητοποίησης για τη Σιδηροπενία

Παρά το γεγονός ότι επηρεάζει το ένα τρίτο του...